λουσέριν

λουσέριν
λουσέριν, τὸ (Μ)
μεγάλο μεταγωγικό πλοίο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. huissier, με συνεκφώνηση τού άρθρου le].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”